ἔναλος

ἔνᾰλος, ον,
A = ἐνάλιος, πόλις h.Ap.180, Critias Fr.2.7 D.;

ἀκταί E. Hel.1130

(lyr.), Tim.Pers.109;

πρῷραι E.El.1348

(anap.);

ἔ. θρέμματα Arion 1.9

; in later Prose, κώπη, opp. ἔξαλος, S.E.M.7.414.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἔναλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔναλος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έναλος — Μυθολογικό πρόσωπο, ήρωας της Λέσβου. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, οι Πενθιλίδες, πρώτοι άποικοι της Λέσβου, είχαν λάβει χρησμό ότι, για να επιτύχει ο αποικισμός τους έπρεπε, όταν θα συναντούσαν έναν ύφαλο που λεγόταν Μεσόγειος, να… …   Dictionary of Greek

  • ἔναλον — ἔναλος masc/fem acc sg ἔναλος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐνάλοις — Ἔναλος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάλοις — ἔναλος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐνάλου — Ἔναλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάλου — ἔναλος masc/fem/neut gen sg ἐνά̱λου , ἐνάλλομαι leap in aor ind mid 2nd sg (attic epic doric aeolic) ἐνάλλομαι leap in aor ind mid 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐνάλους — Ἔναλος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάλους — ἔναλος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐνάλων — Ἔναλος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.